Υγεία

Covid-19: Επιπτώσεις στην ψυχική υγεία


Της Βίκυς Σπανού*

Από το Δεκέμβριο του 2019 που εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα Covid-19 μέχρι το πρώτο lock-down περάσαμε πολλές φάσεις και οι αντιδράσεις μας κλιμακώθηκαν από την υποτίμηση της κατάστασης, στην ανησυχία, το σοκ, το φόβο, τον πανικό, τη στενοχώρια, το θυμό, την αγανάκτηση, την αποδοχή και την προσαρμογή στη νέα συνθήκη … όλα αυτά, όμως, όχι χωρίς κόστος. Ακόμα και οι πιο ανθεκτικοί από εμάς, είδαμε τα ψυχικά μας αποθέματα να εξαντλούνται, τις στρατηγικές μας να είναι πλέον αναποτελεσματικές και τις δυνάμεις μας να μας εγκαταλείπουν. Δυσκολίες, που άλλοτε θα ήταν διαχειρίσιμες, μετατράπηκαν σε προκλήσεις.

Η απειλή κατά της ζωής διαχέετο σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και μας ανάγκασε να εστιάσουμε στους οργανικά ευάλωτους πληθυσμούς παραμερίζοντας όλα τα άλλα ως λιγότερο σημαντικά. Ίσως όμως έτσι να αφήσαμε μια ομάδα ανθρώπων να παλεύει χωρίς την απαιτούμενη φροντίδα & στήριξη: τα άτομα που ήταν ευάλωτα στην εκδήλωση ή ήδη αντιμετώπιζαν μια ψυχική δυσκολία.

Της Βίκυς Σπανού

Οι ειδικοί ψυχικής υγείας εξέφρασαν εξ αρχής την ανησυχία τους για τις ψυχικά ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Η ψυχική ευαλωτότητα μπορεί να εδράζεται σε πολλούς παράγοντες, εστιάζοντας όμως στα ζητήματα ψυχικής υγείας, φάνηκε ότι κάποιες ομάδες ταλαιπωρήθηκαν περισσότερο λόγω της φύσης των δυσκολιών τους. Τα άτομα που μάχονται ενάντια σε μια ψυχική δυσκολία είναι πιο ευάλωτα σε στρεσσογόνες συνθήκες, πόσο μάλλον όταν αυτές συνδέονται άμεσα με τις δυσκολίες τους.

Συντονίζοντας την 24ωρη Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης της Hellas EAP παρατηρήσαμε μια ραγδαία αύξηση των κλήσεων που αφορούσαν σε ζητήματα κρίσεων πανικού, καταναγκασμών και χαμηλής διάθεσης, κάτι που επιβεβαιωνόταν συνεχώς και από την τρέχουσα αρθρογραφία και επιστημονική έρευνα. Στόχος του άρθρου είναι να στρέψουμε την προσοχή στις ψυχικά ευάλωτες ομάδες & κάτω από αυτό το πρίσμα θα εξετάσουμε κάποιες περιπτώσεις ψυχικών δυσκολιών και πώς αυτές πρωτοεμφανίστηκαν ή επιδεινώθηκαν στην τρέχουσα συνθήκη.

Άγχος και κρίσεις πανικού: Οι αγχώδεις εκδηλώσεις κάτω από συνθήκες απειλητικές για τη ζωή και την υγεία αναμένονταν να παρουσιάσουν έξαρση και αυτό γιατί αφενός το στρες είναι ο συναγερμός του οργανισμού μας απέναντι στον κίνδυνο και αφετέρου γιατί κάποια χαρακτηριστικά της συνθήκης του lock-down και της πανδημίας πυροδοτούν μεγαλύτερο άγχος. Τα άτομα που εμφανίζουν υψηλά επίπεδα άγχους και κρίσεις πανικού καταφεύγουν σε στρατηγικές που στη συνθήκη της πανδημίας περιορίστηκαν:

  • η πρόσβαση στα επείγοντα ενός νοσοκομείου έγινε πιο δύσκολη λόγω του φόβου για τη μεταδοτικότητα του ιού,
  • η επαφή με οικεία πρόσωπα, που λειτουργεί σαν συνθήκη ασφαλείας, ήταν περιορισμένη ή/και απαγορευμένη,
  • η δυνατότητα διαφυγής από το χώρο που το άτομο αισθάνεται εγκλωβισμένο ήταν ενίοτε αδύνατη.

Ελλείψει πρόσβασης σε αυτές τις «βοήθειες», το άτομο εγκλωβιζόταν σε έναν ανατροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο άγχους που συχνά κατέληγε σε κρίση πανικού.

Επίμονες, απρόσκλητες σκέψεις και καταναγκαστικές συμπεριφορές: Το άγχος ενίοτε εκδηλώνεται με παρεισφρητικές σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες που προκαλούν έντονη δυσφορία και η προσπάθεια να μειωθεί αυτή οδηγεί σε επαναληπτικές συμπεριφορές (πλύσιμο, απολύμανση, τακτοποίηση, έλεγχος) ή και νοερές πράξεις (μέτρημα, σιωπηλή επανάληψη λέξεων). Με την εκδήλωση της πανδημίας, όσοι κατέφευγαν σε συμπεριφορές πλυσίματος, απολύμανσης, καθαριότητας για να μετριάσουν τη δυσφορία που τους προκαλούσε η σκέψη π.χ. ότι ήταν βρώμικοι ή μολυσμένοι βίωσαν με έναν αιφνίδιο τρόπο την «επαλήθευση» των φόβων τους, αφού ο κίνδυνος της μόλυνσης αναγνωριζόταν πλέον από όλους ως υπαρκτός. Μάλιστα, κάποιοι αισθάνθηκαν ότι «επικυρώθηκαν» και οι τακτικές τους ως σωστές πρακτικές, αφού υιοθετήθηκαν από το σύνολο του πληθυσμού με επίσημη οδηγία της ιατρικής επιστημονικής κοινότητας.

Οι επαναλαμβανόμενες αναφορές στη σημασία της απολύμανσης λειτούργησαν ως ερεθίσματα πυροδότησης του άγχους με τη συνακόλουθη αύξηση της συχνότητας εμφάνισης παρεισφρητικών σκέψεων και την εκδήλωση καταναγκασμών πλυσίματος, απολύμανσης κλπ. Αυστηροί και άκαμπτοι κανόνες αναφορικά με τις προϋποθέσεις για την ασφάλεια και την αποτροπή του κινδύνου της μόλυνσης έγιναν απαράβατος οδηγός στην καθημερινότητα κάποιων ανθρώπων.

Χαμηλή διάθεση: Η συνθήκη του lock-down μας αποστέρησε εναλλακτικές που λειτουργούν ως στρατηγικές για να κρατούμε μια ισορροπία στη ζωή και τη διάθεσή μας. Οι περιορισμοί των κοινωνικών επαφών και των δραστηριοτήτων, η απομακρυσμένη εργασία και η απουσία επαφής με συναδέλφους/συνεργάτες καθώς και η εκμηδένιση μετακινήσεων, ταξιδιών κλπ. ελαχιστοποίησαν τις πηγές ευχαρίστησης με σημαντικές συνέπειες στη διάθεσή μας.

Οι επιπτώσεις αυτές ήταν σοβαρότερες για όσους ήταν ευάλωτοι ή ήδη είχαν χαμηλή διάθεση. Η απόσυρση των ατόμων αυτών από ευχάριστες δραστηριότητες και η απομόνωση είναι γνώριμες συνθήκες, καθώς έτσι εκδηλώνεται το αίσθημα κόπωσης, η απώλεια ενεργητικότητας και η ανηδονία/έλλειψη ευχαρίστησης. Πέρα από την επιβάρυνση της αποστέρησης πηγών θετικών ερεθισμάτων, είχαν να παλέψουν και με τις αρνητικές σκέψεις που τους βασανίζουν σε σχέση με τον εαυτό, τους άλλους και το μέλλον. Σε μια καθημερινότητα που βομβαρδίζει με ειδήσεις για τη σοβαρότητα της συνθήκης και τις πιθανές μακροπρόθεσμες συνέπειες στον τρόπο ζωής, οι άμυνές τους ήταν λιγοστές με αποτέλεσμα η ήδη επιβαρυμένη διάθεσή τους να αφήνει πολύ χώρο στην απαισιοδοξία, την απελπισία και την απόγνωση να τους κυριεύσει.

Αυτά είναι ελάχιστα παραδείγματα ψυχικών δυσκολιών που επιδεινώθηκαν ή εκδηλώθηκαν για πρώτη φορά στην τρέχουσα συνθήκη. Η διαχείριση των ίδιων των συμπτωμάτων και των αντιδράσεων των οικείων σε αυτά, η αμφιθυμία σε σχέση με την αναζήτηση βοήθειας και η πρακτική δυσκολία να ξεκινήσει κανείς μια συνεργασία με ειδικό μέσω τηλε-συμβουλευτικής ήταν μεγάλες προκλήσεις για αρκετούς συνανθρώπους μας. Σκέψεις όπως: «έχω αντιμετωπίσει σοβαρότερα εμπόδια στη ζωή μου γιατί τώρα νιώθω ανήμπορος/η;»  πέρασαν από το μυαλό μας κάποια στιγμή, αλλά για κάποιους ήταν μια καθημερινή υπενθύμιση της σοβαρότητας της δυσκολίας τους. Εκατοντάδες ανθρώπων, που εναγωνίως αναζητούσαν βοήθεια πρωτίστως στην κατανόηση των συμπτωμάτων τους και δευτερευόντως στη διαχείρισή τους, κατέληγαν να εστιάσουν στην επιβάρυνση που υπέστησαν από τις αντιδράσεις των οικείων. Η συνθήκη του lock-down συνέβαλε στο να είναι εύκολα παρατηρήσιμες οι όποιες αλλαγές του ατόμου στους γύρω του. «Πώς κάνεις έτσι … εδώ χάνονται ζωές και εσύ κάθεσαι και κλαίγεσαι;» «έχεις γίνει υπερβολική … δεν είναι νορμάλ αυτά που κάνεις!» «δεν καταλαβαίνω τι σε έχει πιάσει … δεν είδες τον Χ που κόλλησε και ταλαιπωρείται και εσύ είσαι μια χαρά και σέρνεσαι;»: φράσεις οικείων, που όχι μόνο δεν κινητοποιούσαν το άτομο να ζητήσει βοήθεια, αλλά το οδηγούσαν να κλειστεί στον εαυτό του φοβούμενο την αυστηρή επίκριση των άλλων και την ταμπέλα του «αδύναμου, «άρρωστου», «τρελού» ή «περίεργου».

Με την εστίαση της πλειονότητας στους οργανικά ευάλωτους πληθυσμούς, όσοι ήταν ψυχικά ευάλωτοι σε αυτή τη συνθήκη έμειναν στο περιθώριο να παλεύουν με κάτι πρωτόγνωρο, τρομακτικό και απειλητικό … και δεν ήταν η εξωτερική απειλή της πανδημίας, αλλά η δική τους εσωτερική απειλή ότι χάνουν τις δυνάμεις και τις ισορροπίες τους. Ας φροντίσουμε να σταθούμε δίπλα σε όσους δεν είναι τόσο ανθεκτικοί στην τρέχουσα δυσκολία από όποιο ρόλο και αν μας φέρνει σε επαφή μαζί τους: συγγενικό, φιλικό, επαγγελματικό, κοινωνικό ή άλλο.

Ας βοηθήσουμε τους ανθρώπους αυτούς να αναζητήσουν και να βρουν βοήθεια από ειδικούς (ψυχολόγους ή ψυχίατρους) όχι σαν «τιμωρία» στη δυσκολία τους, αλλά σαν ένα γενναίο βήμα να μπορέσουν να αποδεχτούν ότι δεν είναι αναμενόμενο να τα αντέχουν όλα, δεν πρέπει να τα αντιμετωπίσουν μόνοι τους και δεν είναι αδυναμία να ζητήσουν βοήθεια όταν οι στρατηγικές τους δεν επαρκούν για να ξεπεράσουν τη δυσκολία τους.

*Psychologist MSc,  24/7 Support Line Coordinator Hellas EAP





Πηγή