Ελλάδα

Η κολοκύθα κατακτά και την κουζίνα στην Ελλάδα – «Δεν υπάρχει σεφ που να μην την αγαπά»


Ένα ξενόφερτο έθιμο, το Halloween (Χάλογουιν), ενίσχυσε τον διακοσμητικό ρόλο της κολοκύθας, που πλέον καταλαμβάνει και στην Ελλάδα τον μήνα Οκτώβρη, περίοπτη θέση δίπλα σε ιστούς αράχνης και μαύρες μάσκες.

Οι διακοσμητικές κολοκύθες είναι μόνο μία από τις περίπου τριάντα ποικιλίες που καλλιεργεί στην Καλαμπάκα Τρικάλων ο Βάιος Κουλουκτσής. Όπως αναφέρει ο ίδιος, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού/Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Πρακτορείο 104,9 FM», τα τελευταία πέντε χρόνια έχει αυξηθεί ραγδαία η ζήτηση της διακοσμητικής κολοκύθας, ενώ μεγάλο πάρκο ψυχαγωγίας της πρωτεύουσας, στηρίζει την διακόσμησή του στις κολοκύθες παραγωγής του ίδιου.

Εκτός από τα σαλόνια σπιτιών και τις βιτρίνες καταστημάτων όπου οι κολοκύθες δημιουργούν τρομακτικό σκηνικό για να σταθούν δίπλα τους, μεταμφιεσμένοι σε τέρατα ή πνεύματα, μικροί και μεγάλοι, η κολοκύθα κατακτά ολοένα και περισσότερο χώρο και στην κουζίνα. Σούπες, πίτες -γλυκιές ή αλμυρές, κρέμες, ακόμη και σκέτη ψημένη στο φούρνο με άλλα λαχανικά ή μαγειρεμένη στην κατσαρόλα με κρέας, είναι μόνο μερικές από τις γεύσεις στις οποίες πρωταγωνιστεί.

«Δεν υπάρχει σεφ, που να μην αγαπά την κολοκύθα και να μην χαίρεται να κάνει δημιουργίες βασισμένες σε αυτήν», λέει ο κ. Κουλουκτσής, ενώ προτείνει ανεπιφύλακτα και την …οικιακή χρήση σε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το συγκεκριμένο λαχανικό. «Η κολοκύθα αντέχει από δύο έως τέσσερις μήνες αν δεν χτυπηθεί. Μπορεί να έχει θέση στη φρουτιέρα μας και όταν αποφασίσουμε να τη μαγειρέψουμε, αν είναι μεγάλη, να αποθηκεύσουμε την υπόλοιπη στην κατάψυξη για επόμενες φορές», προτείνει.

Το καμάρι της παραγωγής του Θεσσαλού καλλιεργητή ωστόσο, είναι η λευκή κολοκύθα, από την οποία γίνεται ακόμη πιο νόστιμο το γλυκό κουταλιού. «Η διαδικασία παρασκευής του είναι χρονοβόρα και απαιτητική, καθώς το μίγμα πρέπει να μείνει για ώρες στον ασβέστη, να ξεπλυθεί καλά την επόμενη μέρα και φυσικά να βράσει και να δέσει», εξηγεί, τονίζοντας ότι σε πολλές περιπτώσεις πουλά το προϊόν μετά το πρώτο στάδιο και ο αγοραστής το επεξεργάζεται στη συνέχεια.

Ο Βάιος Κουλουκτσής καλλιεργεί κολοκύθες εδώ και είκοσι χρόνια. Το πρώτο διάστημα παράλληλα με την βασική του παραγωγή, που ήταν τα όσπρια, ενώ τα τελευταία επτά χρόνια αποκλειστικά. Κάθε χρόνο, μάλιστα, σπάει το ρεκόρ του προηγούμενου έτους, με τεράστιες κολοκύθες. «Φέτος, οι μεγαλύτερες ζυγίζουν από 250 έως 280 κιλά, αλλά το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει χωρίς καθόλου λίπασμα», διευκρινίζει.





Πηγή